Βρέσθενα    

www.dimaras.gr | Επικοινωνία |


Χωρογραφία | Ιστορία | Πάρνων | Παναγία Βρεσθενίτισσα | Ειδήσεις & εκδηλώσεις | Photo gallery


Θεοδόρητος
Βρεσθένης


Ο Θεοδώρητος (1787-1843) γεννήθηκε στη Στεμνίτσα της Αρκαδίας και διετέλεσε επίσκοπος Βρεσθένης. Υπήρξε από τους πρώτους μυηθέντες στην Φιλική Εταιρεία και αναδείχθηκε σε έναν από τους σπουδαιότερους παράγοντες της Ελληνικής Επαναστάσεως. Διετέλεσε πρόεδρος της πελοποννησιακής Γερουσίας , αντιπρόεδρος της Β΄ Εθνοσυνελεύσεως στο Άστρος και αντιπρόεδρος του Βουλευτικού. Πολέμησε στο Βαλτέτσι, στη Βέρβαινα και στα Δολιανά. Απεβίωσε στις 23 Απριλίου 1843, εγακταλελειμένος στη Μονή Πετράκη των Αθηνών.

Νικόλαος
Πηλάλας
Ο Νικόλαος Πηλάλας γεννήθηκε στα Βρέσθενα το 1781, αλλά μικρός ακόμη εγκατέλειψε τη σκλαβωμένη Ελλάδα και εγκατστάθηκε στην Οδησσό της Ρωσσίας, όπου και δημιούργησε περιουσία. Εκεί ήταν που μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία και συνεργάσθηκε στη Μολδοβλαχία με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Το 1821 επέστρεψε στην Ελλάδα και στρτιωτικώς υπηρέτησε στις πολιορκίες της Κορίνθου και του Ναυπλίου, αλλά και στην καταστροφή του Δράμαλη. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της Επαναστάσεως διορίσθηκε Καταστιχάρης (λογιστής) του Υπουργείου της Οικονομίας. Με την έλευση του Καποδίστρια, ο Πηλάλας εξελέγη Δημογέρων Βρεσθένων και αργότερα επαρχιακός Δημογέρων Λακεδαίμονος. Επαγγελματικώς υπήρξε δικηγόρος και συμβολαιογράφος Σπάρτης. Πέθανε άγαμος τον Μάϊο του 1863, αφήνοντας όλη την περιουσία για την κατασκευή και λειτουργία του Ελληνικού Σχολείου στα Βρέσθενα (το οποίο και άνοιξε ολίγους μήνες αργότερα).

Στη σημερινή τοποθεσία τους, τα Βρέσθενα κτίσθηκαν πιθανότατα κατά τον ΙΕ΄ αιώνα. Βορειοανατολικά των Βεσθένων, στη θέση Καρδαμίτσια, υπήρχε οικισμός ονόματι Καρδαμάς, που κατεστράφη κατά την άλωση της Πελοποννήσου από τους Τούρκους (είτε και νωρίτερα, κατά την περίοδο των Σταυροφοριών). Πιστεύεται ότι οι κάτοικοι του πυρπολημένου Καρδαμά έκτισαν εν συνεχεία, τόσο τα Βρέσθενα, όσο και τη Μεγάλη Βρύση.

Εν τούτοις, η ιστορία της περιοχής έχει βαθύτερες ρίζες. Τα Βρέσθενα ήταν γνωστά από την αρχαιότητα, με το όνομα Ευρύσθενα (του οποίου παραφθορά είναι η σημερινή ονομασία). Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ο βασιλιάς της Σπάρτης Ευρσθένης (1104-1062 π.Χ.) είχε επιλέξει τα Βρέσθενα ως τόπο θερινής κατοικίας του, δίνοντάς τους και το όνομά του. Οι αρχαίοι Σπαρτιάτες έπαιρναν μάρμαρο για τα μνημεία τους από λατομείο στην περιοχή του σημερινού χωριού. Τα μάρμαρα του αρχαίου σπαρτιατικού λατωμείου των Βρεσθένων χρησίμευσαν και κατά την ανοικοδόμηση του Ενοριακού Ναού της Γεννήσεως της Θεοτόκου στα Βρέσθενα. Ο Ναός αυτός ανηγέρθη στις αρχές του 20ού αιώνος στα ερείπια παλαιοτέρου ομωνύμου Βυζαντινού Ναού.

Σε διάφορες θέσεις γύρω από τα Βρέσθενα έχουν ανακαλυφθεί ευρήματα προερχόμενα από την αρχαία Σελλασία. Η ακριβής θέση της αρχαίας Σελλασίας δεν έχει αναγνωρισθεί με βεβαιότητα, αλλά η αρχαία Σελλασία δεν πρέπει να συγχέεται με το σύγχρονο χωριό που φέρει το ίδιο όνομα και βρίσκεται δυτικά του Εθνικού δρόμου Τριπόλεως - Σπάρτης. Λόγω της στρατηγικής θέσεώς της, η αρχαία Σελλασία λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε πρώτα από τους Θηβαίους του Επαμεινώνδα το 370 π.Χ. Απελευθερώθηκε από τους Σπαρτιάτες (με τη βοήθεια των Συρακουσσών) το 365 π.Χ., αλλά καταστράφηκε οριστικά και οι κάτοικοί της πωλήθηκαν ως σκλάβοι το 222 π.Χ., ύστερα από την ήττα του βασιλέως της Σπάρτης, Κλεομένους Γ΄.

Ο Παυσανίας περιγράφει την αρχαία Σελλασία ως εξής:

Το τρίτο παρακλάδι από τον ευθύ δρόμο είναι προς τα δεξιά και οδηγεί στις Καρυές και το ιερό της Αρτέμιδος. Διότι οι Καρυές είναι περιοχή ιερή για την Αρτέμιδα και τις νύμφες και εκεί βρίσκεται σε ανοικτό χώρο ένα ομοίωμα της Αρτέμιδος Καρυάτιδος. Εδώ κάθε χρόνο οι Λακεδαιμόνιες παρθένες τελούν χορούς και έχουν έναν παραδοσιακό τοπικό χορό. Επιστρέφοντας, καθώς κινείσαι στον κυρίως δρόμο, φθάνεις στα ερείπια της Σελλασίας. Οι κάτοικοι αυτής της πόλης, όπως έχω προαναφέρει, πωλήθηκαν ως σκλάβοι από τους Αχαιούς, αφού κατέκτησαν ύστερα από μάχη του Λακεδαιμονίους υπό τον βασιλιά τους Κλεομένη, γυιό του Λεωνίδα.

Τα αρχεία των Βρεσθένων κατεστράφησαν κατά της διάρκεια της τουρκοκρατίας. Ως εκ τούτου, ελάχιστα στοιχεία είναι γνωστά για την ιστορία του χωριού κατά τους Βυζαντινούς χρόνους και κατά την τουρκοκρατία. Πάντως, στις περιόδους αυτές πρέπει να ήκμασε το χωριό, όπως αποδεικνύεται από διάφορα ευρήματα. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1453), πάντως, ιδρύθηκε η Επισκοπή Βρεσθένης, που υπαγόταν στη Μητρόπολη Λακεδαίμονος. Αρχικά ο επίσκοπος Βρεσθένης διέμενε στα Βρέσθενα. Μετά την Επανάσταση του 1821 η επισκοπή Βρεσθένης συγχωνεύθηκε με την επισκοπή Έλους και μαζί απετέλεσαν την επισκοπή Σελλασίας. Τελευταίος επίσκοπος Βρεσθένης ήταν ο Θεοδώρητος (βλ. πλαίσιο), που έμεινε στην ιστορία και ως ο πιό γνωστός.

Πληθυσμιακή
εξέλιξη
Βρεσθένων

1834 644  
1861 1.046  
1907 1.101  
1928 1.352  
1951 1.036  
1961 734  
1971 482  
1981 486  
1991 420  
2001 418  

Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας τα Βρέσθενα υπέστησαν τη βαρβαρότητα των κατακτητών και κατεστράφησαν, σε αντίποινα για τη δράση του διάσημου κλέφτη Ζαχαριά (1759-1805). Τα Βρέσθενα έχουν παρουσία, τόσο στην προετοιμασία του Αγώνος, όσο και στην ίδια την Επανάσταση. Ο καταγόμενος από τα Βρέσθενα και ευεργέτης του χωριού, Νικόλαος Πηλάλας (βλ. πλαίσο), υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Στις 12 Μαϊου 1826 τα Βρέσθενα (μαζί με τα γειτονικά χωριά Αράχωβα, Βαρβίτσα και άλλα) κατεστράφησαν από τον στρατό του Ιμβραήμ πασά.

Μετά την απελευθέρωση, τα Βρέσθενα έγιναν πρωτεύουσα του Δήμου Ευρυσθένων και από τον Αύγουστο του 1863 λειτούργησε για πρώτη φορά το Ελληνικό Σχολείο, που κατασκευάσθηκε με χρήματα του κληροδοτήματος του Νικολάου Πηλάλα (ο οποίος είχε αποβώσει ολίγους μήνες ενωρίτερα).

Με Βασιλικό Διάταγμα της 27ης Νοεμβρίου 1840, δημιουργήθηκε ο Δήμος Οινούντος, που περιελάμβανε τα Βρέσθενα (πρωτεύουσα), τους Αγίους Αναργύρους, την Αράχωβα (Καρυές), τη Βαμβακού, τη Βαρβίτσα, τον Βασαρά, τα Βέρροια και τη Μεγάλη Βρύση. Στις αρχές του 20ού αιώνα τα Βρέσθενα ήταν ένα μεγάλο, ζωντανό κεφαλοχώρι, έδρα Ειρηνοδικείου, με πληθυσμό που ξεπερνούσε τους χίλιους κατοίκους. Από το 1912 τα Βρέσθενα απετέλεσαν ξεχωριστή κοινότητα, που περιελάμβανε και τους οικισμού της Μεγάλης Βρύσης και των Βερροίων. Το 1915 η Μεγάλη Βρύση αποσπάσθηκε από την Κοινότητα Βρεσθένων και προσασρτήθηκε στην Κοινότητα Βαμβακούς και τα Βέρροια αποσπάσθηκαν από τα Βρέσθενα και προσαρτήθηκαν στην Κοινότητα Βασαρά.

Ήδη, όμως, από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνος τα Βρέσθενα είχαν μεγάλη διαρροή σε ανθρώπινο δυναμικό από τη μαζική μετανάστευση προς τις ΗΠΑ που επηρέασε ολόκληρη την Ελλάδα. Και στην ξενητειά, πάντως, οι Βρεσθενίτες υπήρξαν ιδιαίτερα δημιουργικοί και υποστήριξαν δυναμικά την ιδιαίτερη πατρίδα τους, μέσω των δύο πολύ δραστηρίων συλλόγων τους στη Βοστώνη (που ιδρύθηκε ήδη από το 1903) και το Σικάγο (από το 1925). Στον Πειραιά υπήρχε Σύλλγος Βρεσθενιτών ήδη από το 1893. Οι δύο σύλλογοι των Βρεσθενιτών της Διασποράς (είτε στο εξωτερικό είτε στην Ελλάδα) έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην οικονομική ενίσχυση του χωριού και συνέβαλαν τα μέγιστα στην ολοκλήρωση μεγάλων δημοσίων έργων.

Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα Βρέσθενα δοκιμάσθηκαν ιδιαίτερα και από τους Γερμανούς, ιδίως κατά τον τελευταίο χρόνο της κατοχής. Στις 26 Νοεμβρίου 1943 τα Βρέσθενα δέχθηκαν επίθεση με πυροβολισμούς και όλμους. Είχε προηγηθεί μία επίθεση στις 13-14 Μαρτίου 1943, κατά την οποία δεν υπήρξαν θύματα, αλλά πυροπολήθηκαν 60 οικίες του χωριού. Νέα δοκιμασία, με πολλές καταστροφές και ορισμένους θανάτους, υπέστησαν τα Βρέσθενα και κατά τη μεγάλη επιχείρηση του Πάρνωνα (23 Ιουνίου - 8 Ιουλίου 1944).

Παρά τα δεινά της κατοχής, αλλά και τη μεταναύστευση προς τις ΗΠΑ των αρχών του αιώνος, ο πληθυσμός των Βρεσθένων παρέμεινε σταθερά πάνω από χίλιους κατοίκους και μετά τον πόλεμο. Από τη δεκαετία του '50, όμως, τα Βρέσθενα ακολούθησαν την τύχη των περισσοτέρων χωριών της Πελοποννήσου, που άρχισαν να ερημώνουν, καθώς οι κάτοικοί τους έφευγαν για να αντιμετωπίσουν τη φτώχεια, αναζητώντας καλύτερη τύχη στην Αθήνα και τον Πειραιά, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, την Αυστραλία και αλλού.

Το 1998, με την εφαρμογή του προγράμματος «Καποδίστριας» για την αναδιάρθρωση των Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδος, η κοινότητα Βρεσθένων συνενώθηκε με τις άλλες γειτονικές κοινότητες της περιοχής (Βαμβακού, Βαρβίτσα, Βασαράς, Βουτιάνοι, Θεολόγος, Κονίδιτσα, Σελλασία) για να αποτελέσουν από κοινού τον νέο Δήμο Οινούντος (με έδρα τη Σελλασία). Ο συνολικός πληθυσμός του νέου Δήμου Οινούντος είναι 2.653 κατά την απογραφή του 2001 (έναντι 2.649 της απογραφής του 1991). Σύμφωνα με την απογραφή του 2001, από τα χωριά που αποτελούν τον Δήμο Οινούντος, τα Βρέσθενα ήταν δεύτερα σε πληθυσμό, με 418 κατοίκους, ύστερα από την Σελλασσία, που είχε 524.


Βρέσθενα | Σπέτσες | Πλοία | Νησιά | Φάροι | Σιδηρόδρομοι

Copyright © 2001 Constantine Dimaras | Επικοινωνία